Διὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν πίστιν τὴν ἁγίαν καὶ τῆς Πατρίδος τὴν Ἐλευθερίαν

“Ἄξιον ἐστίν ὡς ἀληθῶς μακαρίζειν σε τήν Θεοτόκον…”

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΓΑΠΗ

π. Δημητρίου Μπόκου
«Ἡ δυ­στυ­χί­α ὑ­πάρ­χει, εἶ­πε… ἁ­πλώ­νον­τας τὰ χέ­ρια του. Εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κή… Δὲν μπο­ρῶ νὰ ἰ­σχυ­ρι­στῶ πὼς δὲν ὑ­πάρ­χει ἢ ὅ­τι κά­πο­τε θὰ πά­ψει νὰ ὑ­πάρ­χει. Ἡ δυ­στυ­χί­α εἶ­ναι ἡ ἀν­θρώ­πι­νη συν­θή­κη… Δὲν μπο­ροῦ­με νὰ ἐμ­πο­δί­σου­με τὴ δυ­στυ­χί­α... Μιὰ κοι­νω­νί­α μπο­ρεῖ νὰ κα­ταρ­γή­σει μό­νο τὴν κοι­νω­νι­κὴ δυ­στυ­χί­α - τὴν ἄ­χρη­στη δυ­στυ­χί­α. Ἡ ὑ­πό­λοι­πη ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ ὑ­πάρ­χει. Εἶ­ναι ἡ ρί­ζα, ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ὅ­λοι ἀ­πὸ μᾶς ἐ­δῶ θὰ γνω­ρί­σου­με τὴ λύ­πη. Ἂν ζή­σου­με πε­νήν­τα χρό­νια, θὰ εἶ­ναι πε­νήν­τα χρό­νια λύ­πης. Καὶ στὸ τέ­λος θὰ πε­θά­νου­με. Μὲ αὐ­τὴ τὴν συν­θή­κη (=τὸν ὅ­ρο) γεν­νι­ό­μα­στε».
«Πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς ζω­ῆς μας εἶ­ναι ἡ ἀ­γά­πη, ἡ ἀλ­λη­λεγ­γύ­η, εἶ­πε ἕ­να ψη­λὸ κο­ρί­τσι μὲ γλυ­κὰ μά­τια. Ἡ ἀ­γά­πη εἶ­ναι ἡ ἀ­λη­θι­νὴ συν­θή­κη τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ζω­ῆς» (Οὔρ­σου­λα Λὲ Γκέν, Ὁ ἀ­ναρ­χι­κὸς τῶν δύ­ο κό­σμων).
Ὠ­μὴ ζο­φε­ρό­τη­τα ἀ­να­δύ­ε­ται ἀ­πὸ τὴ δι­α­πί­στω­ση ὅ­τι ἡ ἀν­θρώ­πι­νη ζω­ὴ εἶ­ναι κα­τα­δι­κα­σμέ­νη σὲ συν­θῆ­κες ἀ­να­πό­τρε­πτης δυ­στυ­χί­ας μὲ κα­τά­λη­ξη τὸν θά­να­το. Μᾶς θυμίζει τὸ πα­λιό, βα­θύ­τα­τα τραυ­μα­τι­κὸ γε­γο­νὸς τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ἱ­στο­ρί­ας: Τὴν ἀ­πώ­λεια τοῦ Πα­ρα­δεί­σου. Ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ἐ­ξο­ρί­α του ἀ­π’ τὸν Πα­ρά­δει­σο ἀλλάζει δραματικά. Ἡ χα­ρὰ καὶ ἡ εὐ­τυ­χί­α με­τα­βάλ­λον­ται σὲ δά­κρυ­α καὶ δυ­στυ­χί­α. Ὁ Πα­ρά­δει­σος τῆς τρυ­φῆς ἀν­τι­κα­θί­στα­ται ἀ­πὸ τὴ γῆ τῶν ἀ­καν­θῶν καὶ τοῦ μό­χθου. Τὴν ἀ­πό­λαυ­ση δι­α­δέ­χε­ται πό­νος καὶ θά­να­τος. Ὁ πλοῦ­τος τῶν θεί­ων χα­ρι­σμά­των δί­νει τὴ θέ­ση του στὴν πνευ­μα­τι­κὴ φτώ­χεια καὶ γυ­μνό­τη­τα. Ἀν­τὶ τῆς ἄ­φθαρ­της θε­ο­ΰ­φαν­της στο­λῆς, φθο­ρὰ πλέον καὶ θνη­τό­τη­τα ἐν­δύ­ουν τὸν ἄν­θρω­πο.
Ὁ Ἀ­δὰμ θρη­νεῖ πι­κρά, ὅταν συνειδητοποιεῖ τὴν τεράστια ἀλλαγή: «Ἐ­κά­θι­σεν Ἀ­δὰμ ἀ­πέ­ναν­τι τοῦ Πα­ρα­δεί­σου καὶ τὴν ἰ­δί­αν γύ­μνω­σιν θρη­νῶν ὠ­δύ­ρε­το» (Ἑ­σπερινὸς Τυ­ρι­νῆς). «Ἐ­τρώ­θη πι­κρῶς» ἀ­πὸ τὸ λά­θος του, πλη­γώ­θη­κε θα­νά­σι­μα. Ἡ νύ­χτα τῆς ἁ­μαρ­τί­ας ἔ­φε­ρε σκο­τά­δι καὶ βα­θειὰ ὁ­μί­χλη στὴ ζω­ή του. Ὅ­λος ὁ βί­ος του θὰ δι­έλ­θει πλέον μέ­σα στὴ νύ­χτα αὐ­τὴ (Μέγας Κα­νών, ᾠ­δὲς α΄, ε΄). Τὸ μέ­γα τραῦ­μα, τὸ σκό­τος, ἡ γυ­μνό­τη­τα, ὁ χω­ρι­σμὸς ἀ­πὸ τὸν Πλά­στη καὶ Πα­τέ­ρα, ὁ θά­να­τος, νά, ἡ  εἰ­κό­να τῆς πλή­ρους δυ­στυ­χί­ας.
Μὰ ὅ­σο πυκνὸ κι ἂν εἶναι τὸ σκοτάδι, ὁ ἄν­θρω­πος ἐλ­πί­ζει πάν­τα γιὰ φῶς στὴν ἄ­κρη τοῦ τοῦνελ. Εἶ­ναι πρό­θυ­μος ν’ ἀ­κο­λου­θή­σει ἕ­να φῶς. Ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε. Ἀ­κό­μα καὶ μιὰ οὐ­το­πί­α. Ζῆ μὲ τὴν προσδοκία ὅτι θὰ φτάσει στὸ φῶς. Καὶ παρ’ ὅλο ποὺ αὐτὸ συνέχεια τοῦ ξεφεύγει, «…δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α - αὔ­ριο θὰ τρέ­ξου­με γρη­γο­ρό­τε­ρα, θ’ ἁ­πλώ­σου­με πιὸ πέ­ρα τὰ χέ­ρια μας… καὶ μιὰ  ὡ­ραί­α μέ­ρα… (ἐννοεῖται: θὰ τὸ φτάσουμε). Ἔ­τσι χτυ­πι­ό­μα­στε πάν­τα, βάρ­κες κόν­τρα στὸ ρεῦ­μα, ποὺ ἀ­δι­ά­κο­πα μᾶς ρί­χνει πί­σω στὸ πα­ρελ­θόν» (Φράνσις-Σκὸτ Φιτζέραλντ, Ὁ ὑπέροχος Γκάτσμπυ). Τί ἀ­δι­έ­ξο­δη τρα­γῳ­δί­α! Νὰ τρέχεις πρὸς τὰ μπρὸς καὶ νὰ σὲ στρέφουν συνέχεια πρὸς τὰ πίσω! Νὰ πα­λεύ­εις γιὰ φῶς καὶ νὰ βου­λιά­ζεις ἀ­δι­ά­κο­πα στὸ σκο­τά­δι!
Καὶ ὅ­μως, ὑ­πάρ­χει τὸ φῶς. Ὁ Ἀ­δὰμ δὲν θρη­νεῖ ἀ­νέλ­πι­δα. Πα­ρα­κα­λεῖ νὰ ξα­να­γί­νει «ἡ­μέ­ρας υἱ­ὸς» καὶ νὰ ἀ­πο­λαύ­σει ξα­νὰ τὸν Πα­ρά­δει­σο, για­τὶ ἔ­χει λά­βει πεῖ­ρα τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ φω­τός, ποὺ φωτίζει καὶ ἁγιάζει «πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον». Θυμᾶται τὰ εἰπωμένα μὲ ἀγάπη λόγια τοῦ Δημιουργοῦ του: «Τὸ ἐ­μὸν πλά­σμα οὐ θέ­λω ἀ­πο­λέ­σθαι, ἀλ­λὰ βού­λο­μαι τοῦ­το σῴ­ζε­σθαι καὶ εἰς ἐ­πί­γνω­σιν ἀ­λη­θεί­ας ἐλ­θεῖν» (Ἑ­σπερινὸς Τυ­ρι­νῆς). Καὶ ἐπειδὴ στὸν Πα­ρά­δει­σο γεύ­θη­κε τὸ θε­ϊ­κὸ φῶς ὡς ἀ­γά­πη, τὸ ἐμ­πι­στεύ­ε­ται. Καὶ τὸ πε­ρι­μέ­νει.
Γνω­ρί­ζει πὼς ἡ ἀ­γά­πη αὐ­τὴ ἑ­τοι­μά­ζε­ται τώ­ρα νὰ κα­τε­βεῖ κον­τά του. Νὰ ζή­σει μα­ζί του τὴ δυ­στυ­χί­α καὶ τὸν πό­νο του, νὰ σταυ­ρω­θεῖ τε­λι­κὰ γι’ αὐ­τόν. Ἔ­τσι ἡ σταυ­ρω­μέ­νη αὐ­τὴ Ἀ­γά­πη, ὁ Χρι­στός, μέ­σα ἀ­π’ τὸν δι­κό του πό­νο καὶ τὸν σταυ­ρό, θὰ ἀ­να­κα­λέ­σει τὸν Ἀ­δὰμ στὸν Πα­ρά­δει­σο, δι­α­λύ­ον­τας τὴ δυ­στυ­χί­α ποὺ τοῦ ἐ­πι­σώ­ρευ­σε ἡ ἐ­ξο­ρί­α καὶ ὁ θά­να­τος. Ἡ ἀ­γά­πη μπο­ρεῖ ὁ­ρι­στι­κὰ πλέ­ον νὰ γί­νει «ἡ ἀ­λη­θι­νὴ συν­θή­κη τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ζω­ῆς». Πραγ­μα­τι­κότητα καὶ ὄ­χι οὐ­το­πί­α.
Ἐ­σὺ γνω­ρί­ζεις (καὶ ἂν ὄχι, θέλεις νὰ γνωρίσεις) τὴν Ἀ­γά­πη ποὺ ἔ­φε­ρε «διὰ τοῦ σταυ­ροῦ χα­ρὰν ἐν ὅ­λῳ τῷ κό­σμῳ»;

(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ἀρ. φ. 379, Φεβρ. 2015 [ἐπηυξημένο])

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...