Διὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν πίστιν τὴν ἁγίαν καὶ τῆς Πατρίδος τὴν Ἐλευθερίαν

Χαῖρε τό ᾆσμα Χερουβείμ, χαῖρε ὕμνος Ἀγγέλων, Χαῖρε ᾠδή τῶν Σεραφείμ, χαρά τῶν Ἀρχαγγέλων

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

Η υπέρβαση του θανάτου στη μοναχική ζωή

Γέροντας Βασίλειος Γοντικάκης, Προηγούμενος Ι.Μ. Ιβήρων
Ένας Αββάς του Γεροντικού έλεγε: «Δεν είμαι μοναχός, αλλά είδα αληθινούς μοναχούς». Αύτη η φράση με βοηθεί και δικαιολογεί την παρουσία μου απόψε μεταξύ σας. Και από αυτά που είδα, θα προσπαθήσουμε να πούμε μερικές λέξεις για το τι είναι ένας ορθόδοξος μοναχός, και το τι βαθειά σχέση έχουμε όλοι με τη λειτουργική ζωή των μοναστηριών και τις προσωπικές εμπειρίες των άγιων ασκητών.
Ο Κύριος δεν ήλθε στον κόσμο για να καλυτερεύση απλώς τις συνθήκες της παρούσης ζωής, δεν ήλθε για να προτείνη κανένα οικονομικό η πολιτικό σύστημα, ούτε για να μας διδάξη καμιά μέθοδο ψυχοσωματικής ισορροπίας.

Ήλθε για να νικήση το θάνατο και να φέρη την αιώνια ζωή. «Ούτως ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον» (Ιωάν. 3, Ί6) Και αυτή η αιώνιος ζωή δεν είναι υπόσχεση για μεταϊστορική ευτυχία, δεν είναι μία απλή μεταθανάτια επιβίωση, ούτε μία παράταση ατέρμονη της παρούσης ζωής. Αιώνιος ζωή είναι η Χάρη που φωτίζει και νοηματίζει από σήμερα τα παρόντα και τα μέλλοντα, την ψυχή και το σώμα του ανθρώπου.

Οι εμφανίσεις του αναστημένου Χριστού στους μαθητές Του έχουν σαν σκοπό να τους δώσουν αυτή τη βεβαιότητα, ότι νικήθηκε ο θάνατος.

Ο Κύριος αναστήθηκε. «Θάνατος αυτού ουκέτι κυριεύει». Είναι τέλειος Θεός, και εισέρχεται και εξέρχεται κεκλεισμένων των θυρών. Είναι τέλειος άνθρωπος, που ψηλαφάται, εσθίει και πίνει όπως καθένας από τους μαθητές Του.

Αυτό που έχει ο άνθρωπος και αξίζει, δεν είναι τόσο οι σωματικές και διανοητικές του ικανότητες, αλλά ότι μπορεί να γίνη κοινωνός της Αναστάσεως του Χριστού, ότι μπορεί να πεθάνη και να ζήση από σήμερα την αιώνια ζωή: «Ο φιλών την ψυχήν αυτού απολέσει αυτήν και ο μισών την ψυχήν αυτού εν τω κόσμω τούτω, εις ζωήν αιώνιον φυλάξει αυτήν» (Ιωάν. 12.25).

Ο μοναχός με το να δώση ολοκληρωτικά τον εαυτό του στο Θεό σώζει τη μιαν αλήθεια. Ζη και φανερώνει τη μια χαρά: «Ος αν απολέση, ούτος σώσει…».

Η ζωή του μοναχού είναι μια απώλεια και μια εύρεση.
‘Ορθόδοξος μοναχός δεν είναι απλώς ο «μυστικός». Δεν είναι αυτός που με μια ωρισμένη δίαιτα η τεχνική έφτασε σε υψηλό βαθμό αυτοκυριαρχίας και σε ασκητικά κατορθώματα. Αυτά μόνα τους είναι επιτεύγματα του παρόντος αιώνος, ασήμαντα και ανίκανα να νικήσουν το θάνατο για το μοναχό και τους αδελφούς του.,

Αληθινός Ορθόδοξος μοναχός είναι ο αναστημένος.
Δεν έχει σαν αποστολή να κάμη κάτι με τις σκέψεις του ή να διοργανώση κάτι με τις ικανότητές του, αλλά να δώση με τη ζωή του τη μαρτυρία ότι ο θάνατος νικήθηκε. Και αυτό γίνεται με το να θάπτεται ο ίδιος σαν το σπόρο μέσα στη γη.

Γι’ αυτό, όπως αναφέρεται στο Γεροντικό, όταν κάποτε ένας νέος μοναχός ανέφερε στο Γέροντα: Βλέπω ότι ο νους μου διαρκώς βρίσκεται στο Θεό, εκείνος του λέει: Δεν είναι μεγάλο πράγμα το να βρίσκεται ο νους σου στο Θεό, αυτό που έχει σημασία είναι το να θεωρής εαυτόν υπό κάτω πάσης της κτίσεως.

‘Έτσι τον μεταφέρει σ’ ένα άλλο χώρο. Από τη μερική απασχόληση, που μπορεί να είναι οι σκέψεις μας για το Θεό, τον καλεί στην ολοκληρωτική προσφορά, στην ταπείνωση, που είναι ένας αληθινός θάνατος και ταυτόχρονα η ανάσταση σε μια νέα ζωή, σεμνή και παντοδύναμη.

Στο πανεπιστήμιο της Ερήμου -όπως ονομάσθηκε ο μοναχισμός από τους Πατέρες- οι ασκητές δεν «μανθάνουν», άλλα πάσχουν τα θεία. Δεν κουράζουν το νου τους ή το σώμα τους, αλλά θυσιάζουν τον εαυτό τους ολόκληρο. «Ει μη το όλον κατέστρεψα, ουκ αν ηδυνήθην εμαυτόν οικοδομήσαι».

Αληθινός μοναχός είναι ο εκ νεκρών αναστάς, μια εικόνα του αναστημένου Χριστού. Και φανερώνει ότι πνευματικό, δεν είναι το μη υλικό, ούτε σαρκικό είναι το σωματικό. Πνευματικό είναι κάθε τι (υλικό και άυλο) που έχει καθαγιαστή από το μυστήριο του Σταυρού και της Αναστάσεως, κάθε τι το μεταμορφωμένο από την άκτιστη Θεία ενέργεια.

Έτσι αποκαλύπτει την πνευματική αποστολή του κτιστού και σωματικού. Και ταυτόχρονα φανερώνει την απτή ύπαρξη του άυλου και ακτίστου.
Μοναχός είναι ο παντρεμένος με το μυστήριο της ιερουργίας της σωτηρίας των πάντων μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Μ’ ένα ιδιαίτερο τρόπο ασχολείται με όλα και με τίποτα. Είναι «ο πάντων χωρισθείς και πάσι συνηρμοσμένος». Η έννοια της ειδικεύσεως του είναι ξένη εκ φύσεως. Δεν είναι ειδικευμένος με κάτι, ούτε τον αφήνει αδιάφορο ένα άλλο. Όλα τον ενδιαφέρουν.

Αυτό που έχει σημασία και τον φωτίζει -του αποκαλύπτει αυτό που τον ενδιαφέρει- είναι το πως τοποθετείται, ενσωματώνεται, διακοσμείται (το τι θέση παίρνει) το κάθε τι μέσα στο μεταμορφωμένο σύμπαν, μέσα στη Θεία Λειτουργία της σωτηρίας των πάντων.

Η αποκάλυψη και η γνώση αυτή της συνεκτικής των όλων αρχής τον ενδιαφέρει. Αυτή ενδιαφέρει το κάθε τι. Γι’ αυτό κάθε τι το μεταμορφωμένο -το μετέχον καθολικά στη Θεία ενέργεια που σώζει το παν- τον ενδιαφέρει εξ ίσου. Τον βοηθεί για να γνωρίση τον εαυτό του και οποιοδήποτε θέμα του παρουσιαστεί.

Ένας μοναχός έγραφε:
«Δεν είναι η δουλειά μου να χτίζω σπίτια και να ασπρίζω.
Ούτε ακόμη είναι να διαβάζω και να γράφω.
Ποια είναι η αποστολή μου;
Είναι -αν είναι δυνατόν- να πεθάνω εν τω Θεώ. Τότε ζω και κινούμαι από άλλη Δύναμη.

‘Έτσι ελεύθερα μπορώ να τα κάνω όλα (και να σκάβω και να διοργανώνω και να διαβάζω και να γράφω), χωρίς να δένωμαι με τίποτα. Άπ’ όλα μπορώ να περάσω, οφείλω να περάσω κυνηγώντας. πάντα ήρεμα το ένα και μοναδικό. ‘Όλα, όλους τους «μετεωρισμούς» να άφήσω ελεύθερα δι’ εμού να διέλθουν περιμένοντας το ένα που καταξιώνει τα πάντα.

Όταν χτίζης για να χτίζης, φτιάχνεις τον τάφο σου.
Όταν γράφης για να γράφης, πλέκεις τα σάβανά σου.
Όταν ζης, αναπνέεις ζητώντας το έλεος του Θεού, τότε γύρω σου υφαίνεται καταστολή αφθαρσίας και μέσα σου αναδεύεται γλυκασμός ουράνιας παρακλήσεως. Το αν χτίζης η αν γράφης, είναι πολύ δευτερεύον».

Ο μοναχός δεν έχει σαν σκοπό της ζωής του να πετύχη μια ατομική αυτοσυγκέντρωση η πρόοδο, αλλά να διακονήση στο μυστήριο της σωτηρίας με το να μη ζη για τον εαυτό του αλλά για τον υπέρ ημών αποθανόντα και Ανασπώντα. Και για όλους τους αδελφούς του.

Αυτό επιτυγχάνεται, γιατί ο μοναχός ζη όχι όπως αυτός θέλει αλλά όπως η ‘Εκκλησία υπαγορεύει.
Η μοναχική κουρά, η είσοδος στη μοναχική ζωή, γίνεται μέσα στη Θεία Λειτουργία.

Ο υποψήφιος μοναχός εγκαταλείπει τον εαυτό του μπροστά στο Άγιο Θυσιαστήριο. Και γίνεται δεκτός από μια άγια Συνοδεία, που είναι άγια γιατί έχει εναποθέσει στο άγιο τούτο Θυσιαστήριο όλη της τη ζωή, τα σχέδια και την ελπίδα.
Όπως δεν είναι η αρετή του ιερέως που μεταβάλλει τον άρτο και τον οίνο σε Σώμα και Αίμα Χριστού, αλλά η χάρη της ιεροσύνης που είναι ενδεδυμένος, έτσι και μέσα στη μοναχική ζωή και αγωγή δεν είναι η ικανότητα η ο χαρακτήρας του ηγουμένου η των αδελφών που βασικά ενεργεί, αλλά το Πνεύμα της Παραδόσεως που κατευθύνει.

Μέσα απ’ όλους τους Πατέρες υπάρχει μια γραμμή. Όλοι οδηγούν στον ίδιο χώρο της ελευθερίας του Πνεύματος. Καθένας μιλά με τον τρόπο του. ‘Εκφράζει την εμπειρία του. Τονίζει αυτό που ένοιωσε. Και από όλο αυτό το πνευματοκίνητο πλήθος, που σε άλλους τόπους και άλλους αιώνες έζησε, συναπαρτίζεται μία παναρμόνια φωνή απλότητος, που ψάλλει τον ένα ύμνο γύρω από το θρόνο του Αρνίου. Που τον ψάλλει τώρα και πάντα. ‘Εδώ και παντού. Που τον ψάλλει μέσα στο λειτουργικά χώρο της ζωής, τον ελεύθερο από τα φράγματα των μικρών επιδιώξεων και συμβατικοτήτων.

‘Έτσι η ίδια υπέρχρονη και πανάγαθη δύναμη που εκ του μη όντος συνέστησε τα πάντα, αυτή καθαγιάζει τα τίμια δώρα επί της Αγίας Τραπέζης, συγκροτεί των αγίων Πατέρων το χορό, καθαγιάζει τον προσφερόμενο μοναχό, παίρνει στα χέρια της και αναλαμβάνει την όλη συγκρότηση και ζωή της κάθε μοναχικής κοινότητος.

Η ζωή μας ολόκληρη γυρίζει γύρω από το Θεό. Ο χρόνος μας, η απασχόληση μας είναι αυτός. Η σωματική μας αντοχή και η πρωτόνοια προσφέρεται σ’ αυτόν. Η ακολουθία, η μελέτη, η προσευχή, αποτελεί το νόημα του αγώνα και τον πόλο γύρω από τον οποίο γυρίζομε. Η Θεία Λειτουργία αποτελεί την καρδιά του οργανισμού μας και συνθέτει την προσωπική μας ζωή και την αδελφική μας κοινότητα.

Αρχιτεκτονικά το μοναστήρι είναι πλασμένο να εξυπηρετή τη Θεία Λειτουργία: Είναι μια αρχιτεκτονικά ψαλλόμενη, θα μπορούσαμε να πούμε, Θεία Λειτουργία.

Γύρω από την εκκλησία σαν Χερουβίμ και Σεραφείμ απλώνονται καμάρες, κελλιά, τράπεζα, βιβλιοθήκη: ο χώρος που ιερουργείται η Θεία Λειτουργία του εικοσιτετραώρου.

Κάθε πράγμα είναι στη θέση του λειτουργικά ιεραρχημένο. Γι’ αυτό ζώντας μέσα στο πρόγραμμα της Μονής, βαδίζοντας στουςδιαδρόμους της, νοιώθεις πως γυρίζεις συνέχεια γύρω από το ((εν, ούτινος έστι χρεία». Γυρίζεις με τις σκέψεις, με τον κόπο, τον πόνο, τη χαρά, με το σώμα και την ψυχή σου, μέσα στη Θεία Λειτουργία της ζωής του Μοναστηρίου, που προσφέρεται υπέρ της οικουμένης.

Τούτη η ζωή και το οικοδόμημα θαρρείς και είναι μια ζωντανή εικόνα της Αναστάσεώς του Χριστού. Όπως στην Ανάσταση ο Χριστός συνέθλασε τις πύλες του θανάτου και τράβηξε γαλήνια και σωτήρια προς το φως τους πρωτοπλάστους, και όλες τις σειρές των πεπεδημένων. Παρόμοια τραβά η Θεία Λειτουργία όλη μας τη ζωή προς την άνω βασιλεία, και ο ναός σχηματικά όλη τη Μονή στο φως, στη γαλήνη του αγιασμού.

+++

Ο Σταυροαναστάσιμος αυτός χαρακτήρας της ζωής είναι απλωμένος παντού.
Κάθε μια παρηγοριά και χάρη δίδεται στην ‘Ορθοδοξία και το μοναχισμό της διά του θανάτου.

Παρηγοριά είναι το ξεπέρασμα του θανάτου, σε κάθε μορφή ζωής.
Αυτό μπορούμε να το δούμε και στις μεγάλες μοναχικές ακολουθίες, στις νηστείες, στην όλη τακτική της ασκητικής. Είναι σκληρά τα ‘Ορθόδοξα; Είναι αυστηρά; Ξεπερνούν την αντοχή του ανθρώπου; Έτσι φαίνονται απ’ έξω. Έτσι είναι εν μέρει και στην ουσία τους.

(«Μοναχός εστί βία φύσεως» λέει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος). 

Μόνο που δεν είναι ποτέ ανέλπιδα, όσο σκληρά και ανφαίνονται. Δενείναι ποτέ πνιγηρά και αφύσικα, όσο σκοτεινά και αν παρουσιάζωνται.

Γιατί στο τέλος μέσα από τον πολύ κόπο, την άσκηση, την αγρυπνία, που ξεπερνά, συχνά, την ανθρώπινη αντοχή, πετάγεται ένα βλαστάρι, καινούργιο, άφθαρτο, αμάραντο, που δίνει καρπό εκατονταπλασίονα. Και τότε μακαρίζεις τους κόπους και τους πόνους. Τα θυσιάζεις όλα. Γιατί τούτη η χαρά που ανέτειλε, είναι φως του μέλλοντος αιώνος, που φωτίζει χαρούμενα και ζωοποιεί τα παρόντα και τα μέλλοντα.

Έτσι αυθόρμητα ζητάς στη συνέπεια τα πιο σκληρά, τα πιο σκοτεινά, τα πιο μόνα για να προχωρής στα ακαταισχύντως παρήγορα, αδύτως  φωτεινά, και  συμφιλιούντα τον άνθρωπο με όλους και με  όλα.

Φτάνουν στο τέλος οι αληθινοί μοναχοί να δέχωνται ευγνώμονα και ευχάριστα τη θλίψη και τον πόνο, η την περιφρόνηση και τον εξευτελισμό των ανθρώπων, γιατί έτσι ελευθερώνονται, από τις απατηλές παρηγοριές τούτου του κόσμου, και γίνονται κοινωνοί της αιωνίου δόξης του Κυρίου από σήμερα.

Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος μας λέει: «Ελογάριαζα για το ουδέν τους πειρασμούς και τας θλίψεις όπου μου ήρχοντο αποβλέποντας όχι εις την μέλλουσαν άλλα εις την παρούσαν δόξαν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού».

Είναι χαρακτηριστικό το εξής γεγονός: Στο μοναστήρι μας έρχεται κάθε τόσο ένας γέρος ασκητής και ζητά λίγη βοήθεια. Μ’ αυτά που παίρνει τρέφεται εκείνος και βοηθεί και άλλους πιο γέρους απ’ αυτόν.

Μια μέρα. που ήλθε για την συνηθισμένη του επίσκεψη, είπε σε κάποιο αδελφό του Μοναστηρίου: «Δεν πιστεύω να στενοχωριέστε που έρχομαι και ζητώ βοήθεια. Αν κάτι τέτοιο συμβαίνη, δεν πειράζει, μπορώ να μην έλθω άλλη φορά. Μη στενοχωριέστε, γιατί ο μοναχός είναι σαν ένας σκύλος. Αν του δώσης μια κλωτσιά, καλό του κάνεις, αν δεν του δώσης κλωτσιά αλλά του δώσης ένα κομμάτι ψωμί, κι’ αυτό καλό είναι».

Ο Γέροντας αυτός παρ’ όλον ότι έχει περάσει τα 75 του χρόνια, δεν έχει απαίτηση να τον σέβεται κανείς. O ίδιος θεωρεί τον εαυτό του σαν ένα σκύλο. Βάζει μετάνοια και ζητά ευλογία από όλους μοναχούς, δοκίμους και προσκυνητές.

‘Έχει όμως ντυθή με μια τέτοια ανέκφραστη χάρη, που γίνεται πανηγύρι χαράς κάθε φορά που θα έλθη στο Μοναστήρι. ‘Όλοι, μοναχοί και προσκυνητές συγκεντρωνόμαστε γύρω του για να ακούσωμε τους λόγους της χάριτος που βγαίνουν από το στόμα του, για να φωτισθούμε από τη χαρά που εκπέμπει το πρόσωπο του, χωρίς εκείνος να το υποψιάζεται. Μοιάζει με τον Αββά που, ζήταγε από το Θεό, να μην τον δοξάση επί της γης, και τόσο πολύ έλαμψε το πρόσωπό του, που δεν μπορούσε κανείς να το ατενίση κατάματα.

Σ’ αυτούς τους ταπεινούς που λάμπουν από τη χάρη, νοιώθεις να ιερουργούνται ακατάπαυστα μέσα τους δυο αρετές: Το μυστήριο της μετανοίας και της αγάπης.

Δεν είναι οι μετανοήσαντες αλλά οι μετανοούντες.
Το «μετανοείτε» του Κυρίου δεν νοείται ως «μετανοήσατε» μια φορά, ούτε σημαίνει το να μετανοή κανείς κάθε τόσο (ίσως απ’ εκεί θα αρχίση), αλλά το να γίνη η ζωή του μια μετάνοια. Να υπάρχη μια παντοτεινή στάση μετανοίας και συντριβής μέσα του. Να μη μιλά κανείς, να μη σκέπτεται, να μη κάνη τίποτε έξω από το κλίμα και το ήθος της συντριβής. Αυτή να διαποτίζη την ύπαρξή του.

Κάθε στιγμή να λειτουργή το μυστήριο της μετανοίας, της συντριβής, και ανορθώσεως από την άλλη Δύναμη. Κάθε στιγμή όντας πεσμένος να νοιώθης ότι σηκώνεσαι από Αυτόν, νοιώθης ότι είσαι πτώση και Αυτός είναι Ανάσταση. Είσαι μη ων και Αυτός είναι ο Ων. Και από το άμετρο Του έλεος σε έφερε στο είναι, παραπεσόντα σε ανέστησε και σε ανιστά ακατάπαυστα.

‘Έτσι με το να ωριμάση το πνεύμα της μετανοίας μέσα μας, οδηγούμαστε στο «Πάντοτε την νέκρωσιν του Κυρίου Ιησού εν τω σώματι περιφέροντες, ίνα και η ζωή του ‘Ιησού εν τω σώματι, ημών φανερωθή» (Β’ Κοριν. 4, 10).

Βρίσκονται στη Μεγάλη Παρασκευή και στην Κυριακή του Πάσχα συγχρόνως. Ζουν τη «ζωηφόρο νέκρωση», το «χαροποιόν πένθος» ακατάπαυστα.

Το ίδιο -όπως στη μετάνοια- είναι ευαίσθητοι στο μυστήριο της αγάπης. Βλέπουν και εδώ πάλι το δρόμο της θυσίας, που οδηγεί αμέσως και σίγουρα στην αιώνια ζωή. Κανείς κόπος που προσφέρεται από αγάπη στο Θεό δεν πάει χαμένος. Και ο, τι προσφέρεται, χάνεται, δοσμένο από αγάπη στον αδελφό, αυτό σώζεται, ευρίσκεται ανέπαφο και αυξημένο εις ζωήν αιώνιον.

Ο άλλος δεν είναι απλώς απαραίτητος σύντροφος της ζωής μας, μα αναπόσπαστο στοιχείο της πνευματικής μας αυτοσυνειδησίας. Μόνο χαμένος για το Θεό και τον άλλο (τον αδελφό) ο άνθρωπος μπορεί να βρη τον εαυτό του στις αληθινές του διαστάσεις. «Ος αν απολέση, ούτος ευρήσει». Μόνον έτσι ανορθώνεται μέσα του το θεανθρώπινο και απεριόριστο μεγαλείο του ανθρώπου. Μόνο τότε νοιώθει κανείς πως οι βάσεις που στηρίζεται ο άνθρωπος δεν σαλεύουν ποτέ. Οι βάσεις είναι ο θάνατος, ο αφανισμός. Η δε ανθρωπολογική πραγματικότητα, μέσα στην οποία ζη στη συνέχεια ο καινός άνθρωπος, είναι η χάρη που αγκαλιάζει τα πάντα.

Ο μισθός, που δεν θα χαθή για το ποτήρι νερού που προσφέρεται στον αδελφό, είναι η νέα Τριαδική συνείδηση του ανθρώπου» που ανατέλλει μέσα του: O άλλος δεν είναι το σύνορο που ορίζει τον ατομικό εαυτό μας, που κλείνει το χώρο μας η απλώς κολακεύει την αυταρέσκειά μας. Δεν είναι το σάβανο που τυλίγει τη νεκρωμένη μόνωσή μας. Δεν «είναι η κόλαση». Ο άλλος είναι οικεία χώρα ζωής, ο πιο ακριβός και αμετάθετος εαυτός μας, που μας χαρίζει -δια της προσφοράς μας σ’ αυτόν- την έννοια και την πραγματικότητα της αιώνιας ζωής, που ήδη άρχισε: «Ημείς οίδαμεν ότι μεταβεβήκαμεν εκ του θανάτου εις την ζωήν, ότι αγαπώμεν τους αδελφούς» (Ιωάν. α’ 3, 14).

Πλησιάζοντας ένα ώριμο μοναχό δεν βρίσκεις κάτι το υπεράνθρωπο, που παραξενεύει και δημιουργεί ίλιγγο, αλλά κάτι το  βαθειά ανθρώπινο, ταπεινό, που φέρνει γαλήνη και παρηγοριά. Μ’ όλη τους την άσκηση και αναχώρηση δεν απομακρύνθηκαν από τον άνθρωπο, επέστρεψαν σ’ αυτόν. Αγκάλιασαν όλους τους ανθρώπους και τους πόνους τους. ‘Έγιναν αληθινοί άνθρωποι.

Και η πρόοδος η μοναχική δεν εξαρτάται από το πόσο νήστεψε ή κακουχήθηκε ο μοναχός, αλλά από το πόσο, με όλη την άσκησή του, έγινε κοινωνός  της  χάριτος  του  Παρακλήτου,  αναπαύθηκε  ο ίδιος και είναι ανάπαυση  και για τον αδελφό  του τον άνθρωπο.

Στους μοναχούς μιας συνοδείας μπήκε ο λογισμός ότι ξεπερνούν  στην αρετή  τους άλλους μοναχούς, επειδή κάνανε πιο πολλές νηστείες  και  μακρές ακολουθίες.

Γι’ αυτό το θέμα ένας παληός Γέροντας είπε:
«Μη μου λέτε πόσο νηστεύουν ή πόσες ώρες κρατά η ακολουθία τους. Άλλο πράγμα μ’ ενδιαφέρει. Μπορεί ένας απ’ αυτούς και ο πιο προχωρημένος να καταλάβη το σημερινό κουρασμένο άνθρωπο, να παρηγορήση τον πονεμένο; Μπορεί να ελευθερώση το μπλεγμένο στις μεθοδείες του διαβόλου; Αν αυτό κάμη, αν μπορέση και ανάπαυση τον αδελφό του και τον κάμη να αγαπήση τη ζωή, να χαρή και να ευγνωμονήση το Θεό, αυτό θα δείξη ότι ο μοναχός αυτός προχώρησε πνευματικά»).

Αυτή η θέση του Αγιορείτη Γέροντα είναι χαρακτηριστική. Δείχνει πόσο ο μοναχισμός είναι φιλάνθρωπος. Μετρά τα πάντα με το μέτρο της αγάπης, της καθολικής σωτηρίας των πάντων, όχι της φανταστικής τακτοποιήσεως του καθενός χωριστά.

+++

Το φως που εκπέμπεται από τον αληθινό μοναχό αποκαλύπτει. Μοιάζει με την παρουσία του Κυρίου. «Εάν ουν είπωσιν υμίν,  ιδού εν τηερήμω εστί, μη εξέλθητε, ιδού εν τοις ταμείοις, μη πιστεύσητε ώσπερ γαρ η αστραπή εξέρχεται από ανατολών και φαίνεται έως δυσμών ούτως έσται και η παρουσία του υιού του ανθρώπου» (Ματθ. 24, 26-27).

Δεν λέει ο μοναχός· «κάνετε εκείνο ή το άλλο» ανθρώπινα, δεν προτείνει ένα δικό του σχέδιο, ούτε εκφράζει μιαν άποψη, αλλά προχέει μια παράκληση. Μπροστά του, νοιώθεις απέραντη γαλήνη και σιγουριά. Τα πάντα γεμίζουν από φως. Οι απορίες σου λύνονται άφωνα..

Αγαπάς το Χριστό, τη ζωή. Δεν φοβάσαι τον θάνατο.
Τέτοιοι μοναχοί άγνωστοι, ανώνυμοι, γεμάτοι φως, υπάρχουν. Γνώρισα ένα. Είναι ξεχειλισμένος. Αυτή είναι μία έκφραση που λέει κάπως την αλήθεια γι’ αυτόν.

‘Έχει ένα θησαυρό χαράς ανεκλάλητης, εν οστρακίνω σκεύει, μικρό, αδύνατο. Και η χαρά ξεχείλισε, γέμισε το γύρω χώρο. Άπλωσε, ευωδίασε τα πάντα. Το φως λάμπει μέσα από το είναι του. Η αγαλλίαση ξεπερνά την αντοχή του, σπάζει την καρδιά του και ξεσπά σε δάκρυα, σε κραυγές και κινήσεις. Και όταν μιλά και όταν σιωπά. Και όταν κοιμάται και όταν είναι ξύπνιος. Και όταν είναι παρών η όταν απουσιάζει λέει το ίδιο, έχει την ίδια ταυτότητα, χάρη και δύναμη.

H παρουσία του ή η μνήμη του. Η αίσθηση της γειτνιάσεως του ή η ύπαρξη του μόνη αναδίδει, εκ-πέμπει κάτι άλλο, άκτιστο, ήρεμο, διαπεραστικό. Αυτό ανακαινίζει τον άνθρωπο. Καταπραΰνει τα νεύρα του. Σβήνει το θυμό του. Φωτίζει το νου του. Φτερώνει τις ελπίδες του. Παρασκευάζει εις πόλεμον, που φέρνει γαλήνη και ειρήνη παντί τω λαώ. ‘Εδώ κάτι γεννιέται διαρκώς που είναι προαιώνιο και ακίνητο. Κάτι εκπορεύεται που είναι αστείρευτο και ατεμάχιστο.

Στο κάθε μέρος, στο κάθε  κομμάτι,  υπάρχει το  μυστήριο  του όλου, και  το  όλο  είναι ακατάπαυστα κάτι άλλο, νέο, καινούργιο, πρωτάκουστο και πρωτόβλεπτο. Σ’ όλους λέει το ίδιο, και καθένας παίρνει αυτό που ζητά, αυτό που έχει ανάγκη. Δεν είναι αυτό που λέει, που έχει σημασία αλλά το πνεύμα που αναδύεται, δίδεται μ’ αυτό που λέει.

Το πνεύμα σπρώχνει, κινεί την καρδιά του και τη γλώσσα του. Το πνεύμα στρώνει τη φράση του και εικονογραφεί τις ψηφίδες των λέξεών του.

Είναι όργανο, λύρα του Πνεύματος, που δονείται σύγκορμα από τι επίπνοιές του. Γι’ αυτό και η μελωδία που βγαίνει από το όργανο αυτό, σαγηνεύει και φέρνει σε ξένη χώρα. Βαθύτατα ανθρώπινη: ‘Εξανθρωπίζει τον άνθρωπο. Όλα τα προβλήματα λύνονται απ’ αυτόν ενιαίως.

Αυτός κέρδισε τον παράδεισο με το αίμα του. Έκαμε τον εαυτό του κουρέλι, τον έσκισε, τον έδωσε, τον μοίρασε σ’ όλους.

Τώρα κινείται άνετα μέσα σ’ όλα, διαφορετικά απ’ ότι κινείται ένας οποιοσδήποτε άλλος. Παντού βρίσκει σπίτι δικό του, γιατί πάντοτε έκαψε την καλύβη του από αγάπη για τον άλλο. Παντού, όπου πατήσει, βρίσκει σταθερό βράχο γιατί χαμήλωσε και έβαλε τον άλλο να περάση από πάνω του. Πάντα στρώνει η φράση του και βρίσκει την εικόνα που θέλει στο λόγο του, γιατί δεν περιγέλασε κανένα, δεν πλήγωσε άνθρωπο, δεν έθιξε κτίσμα κανένα. Μαλάκωσε την πληγή και τον πόνο του κόσμου όλου.

Είναι έτσι σπασμένη η φωνή του, κομμένη η ανάσα του, τρεμάμενα τα χέρια του, τρικλίζοντα τα πόδια του. Και στέκει γερά. Πατά αμετακίνητα. Βαδίζει ανεμπόδιστα. Βλέπει, προχωρεί, αγαπά. Είναι ελεύθερος. Είναι άνθρωπος του μέλλοντος αιώνος, γι’ αυτό και ο μόνος που μιλά σωστά για τούτο τον αιώνα. Απαρατήρητος από τους «δοκούντας στύλους είναι», και είναι αυτός που παρατηρεί τους πάντας και τα πάντα.

Αυτός είναι μια λιακάδα, μια κατάπαυση, μια ευφορία αγνότητος. Πλησμονή γονίμου παρθενίας. ‘Όλο του το σώμα γελά σεβάσμια έσωθεν. Εκπέμπει φως και γλυκασμό. Είναι μια εαρινή μέρα με αεράκι πολύ, δροσερό, ανάλαφρο, πεντακάθαρο, φορτωμένο με αρώματα ζωοπάροχα και μύρα φερμένα από τις ανθισμένες κοιλάδες της καρδιάς του και τις κλιτείς των αγίων και φωτεινών διαλογισμών του.

Κοντά του καθαίρεσαι, ενδύεσαι τη χάρη κατά χάρη. Αυτός ο άνθρωπος είναι μια εικόνα της Θεολογίας, της αγιότητος, η αποκάλυψη της ενώσεως των δύο εν Χριστώ φύσεων.

Αυτουνού το σώμα τρέφεται, συντηρείται σε τούτη τη ζωή από πνευματικές εμπειρίες. Τρέφει το σώμα, του γεμίζει την καρδιά του, συγκρατεί τα οστά του το ουράνιο μάννα…

Γνωρίζει το Θεό, όπως λέει η Θεία Λειτουργία, φοβερό και φιλάνθρωπο. Είναι αδύνατος, αραχνοΰφαντος και είναι πανίσχυρος. Δέχεται κύματα χάριτος που ξεπερνούν την αντοχή του. Δεν αντέχει το οστράκινο σκεύος του. Ξεχειλίζει, πυρακτούται. Γίνεται φως απρόσιτο το παν μέσα του και γύρω του.

Είναι ωκεανός φωτός όπου μπορείς να κολυμπάς ισόβια, όπου κολυμπά και σώζεται η κτίση και η ιστορία όλη.
Το πνεύμα το άκτιστο που σκηνώνει στα σπλάχνα του ουσιοί τα πάντα γύρω και μέσα του. Είναι απτό, υπαρκτό πιο πολύ από το τοπίο που μας περιβάλλει. Και το σώμα του είναι διάφανο, γεμάτο. φως.

Αυτός είναι φυσικός και άγιος. Είναι τέλειος άνθρωπος και θεός κατά χάριν.
Δεν κάνει τίποτε ψεύτικα. Δεν ποιεί, μόνο γεννά, εκπορεύει Δεν λέει, μόνο πράττει. Δεν σχολιάζει, μόνο αγαπά.

Οι σκέψεις του είναι δράση. Τα λόγια του δημιουργία. Η άπου σία του πληροί τα πάντα (κατά χάριν). Η παρουσία του ανοίγει χώρο για όλους (κατά χάριν). Έχει μια άλλη αντίληψη της ζωής, του κόσμου, των αποστάσεων.

Δεν υπάρχει στον κόσμο και ταυτόχρονα ανακεφαλαιώνει, οργανώνει και συγκροτεί αυτόν («Ταις ευχαίς σου εστήριξας την οικουμένην»).

Βγήκε έξω της παρεμβολής. Αν προσπαθήσης να τον χτυπήσης, τα βέλη σου δεν τον βρίσκουν. Είναι ανύπαρκτος γι’ αυτά. Αν τον ζητήσης, όπου και να ‘σαι, -τον έχεις δίπλα σου. Ζη μόνο για σένα.

Αναδύεται η μορφή του, η ζωή του, η γλώσσα του, η κοσμοαντίληψη του ανά πάσα στιγμή. Με το να δύη η ζωή του, να χάνεται το σώμα του, να φεύγη, να αποπνευματοποιήται η ύπαρξή του, να αραχνοϋφαντουργήται και να καταξιώνεται η σάρκα του.

«Μετέλαβον της εικόνος και ουκ εφύλαξα· μεταλαμβάνει (ο Κύριος) της εμής σαρκός, ίνα και την εικόνα σώση και την σάρκα αθανατίση» (P.G. 36, 325 C).

Μπροστά σ’ αυτόν καταλαβαίνεις τη Θεολογία του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά. Από την απρόσιτη σε σένα ουσία της αγιότητος του νοιώθεις να προχέεται και να προΐεται άκοπα και αστείρευτα μια ανερμήνευτη χάρη που φτάνει μέχρι σε σένα, την ψυχή και το σώμα σου σα φως ζωογόνο.

Και όπως ο ήλιος δίδει δυνατότητα ζωής σ’ όλη την δημιουργία, έτσι το φως αυτό του μοναχού δίδει δυνατότητες να άνθιση η ζωή σε κάθε άνθρωπο.

Δεν περιορίζει. Δεν στρατεύει επί μέρους. Δεν κλείνει. Δεν διοργανώνει ανθρώπινα. Βοηθεί τον καθένα να βρη τον εαυτό του. Βοηθεί τον καθένα να αγαπήση τη ζωή του, οδηγώντας τον μέσα στο φως το ανέσπερο.

‘Όλοι εξομολογούνται σ’ αυτόν. Και αυτός εξομολογείται σε όλους. Κανείς δεν διστάζει να του πη το κάθε τι απόκρυφο της ζωής του. Αντίθετα ανοίγει την καρδιά του με εμπιστοσύνη μπροστά σ’ αυτόν όπως το λουλούδι ανοίγει τα πέταλά του μπροστά στον ήλιο. Και αυτός κανένα δεν φοβάται μήπως μάθη τα κεκρυμμένα του βίου του. Αντίθετα συχνά βάζει ένα παραπέτασμα σιωπής μεταξύ του είναι του, του κοχλάζοντος και πάμφωτου, και των ασθενικών αισθήσεων του επισκέπτου του, μήπως συν τη οράσει χάσει ο επισκέπτης και το φως του. Αφήνει έτσι απαλά και αθόρυβα ένα φάος να μαλακώση, να φωτίση, να παρηγορήση και να χαροποιήση τον άνθρωπο, τον αδελφό του, τον «κατ’ εικόνα» Θεού.

Δεν σε τρομάζει με τα ασκητικά του κατορθώματα αλλά σε γαληνεύει, με τη μετάγγιση της αγάπης του Θεού μέσα στην οποία αυτός ζη νύχτα και μέρα.

Και στη συζήτηση που κάνετε μαζί, είναι ευγενής και προσεκτικός. Ξέρει, βλέπει, αγαπά. Διακρίνει που καταλήγουν τα, πράγματα. Και έτσι μέσα σ’ αυτό το κλίμα του συνόλου της. αλήθειας (για τη ζωή και τον άνθρωπο) δρα.
Είναι, ένας χειρούργος. Ξεσκεπάζει μια – μια τις δυσκολίες σου μέσα, σ’ ένα κλίμα φυσικότητος. Δεν πονάς στην εγχείρηση -που σου γίνεται. Άλλος πόνεσε για σένα πριν, ο Κύριος Ιησούς. Και βρίσκεσαι τώρα μέσα στο χώρο της αναπαύσεως που έφερε ·ο πόνος του. «Ιδού γαρ ήλθε διά του Σταυρού χαρά εν όλω τω κόσμω».

Σ’ αφήνει να το δης, να το χωνέψης. Σε ρωτά κάθε φορά πως νοιώθεις κατά την πορεία της επαφής σας.
Βλέπεις ότι μόνο σε βοηθεί διακριτικά. Δεν επεμβαίνει βάναυσα. Δεν επιβάλλεται μαγικά. Σου αποκαλύπτει την κατά φύσιν. λειτουργία του είναι σου. Σ’ αφήνει ελεύθερο. Και είσαι δέσμιος της αλήθειας, της ελευθερίας, της μιας πραγματικότητος ως έχει.. Και φεύγεις παρηγορημένος, ξεσκοτισμένος, αναπαυμένος, δυναμωμένος. Και φεύγεις και πας στη δουλειά σου, πας όπου θέλεις, :και όμως μένεις για πάντα εδώ. Εδώ σε φέρνει η μια εμπειρία της ζωής σου, που κάνει αυτό τον τόπο για σένα βουνό Χωρείβ που μπορεί να ονομαστή: «Ο Κύριος είδε… Ο Κύριος ώφθη». Ένας ομφάλιος λώρος ελπίδος δένει το είναι σου το πνευματικό με τούτο τον τόπο, τη στιγμή, το πρόσωπο, την εμπειρία. Και αυτός ο λώρος μητρικά τρέφει, ζωογονεί και μορφώνει μέσα στη μήτρα της Εκκλησίας το πνευματικό νεογνό, τον καινόν άνθρωπο που κυοφορείται και γεννάται διά Πνεύματος Αγίου.

Μπροστά σ’ αυτόν νοιώθεις ότι ζουν αληθινά οι παληοί ‘Άγιοι, όπως και τούτος είναι παληός και νεκρός για τον κόσμο και ζη μ’ άλλο τρόπο, εν Πνεύματι Αγίω, μαζί μας. Δείχνει έτσι ότι κι’ αυτός δεν πρόκειται ποτέ να μας εγκατάλειψη. Μπροστά του νοιώθεις να βρίσκεσαι εν τη εσχάτη ημέρα. Κρίνεσαι.

Σε κρίνει η αγάπη του, που δεν την αξίζεις. Η οξυδέρκεια, το καθαρό του βλέμμα που δεν σε κατακρίνει. Καταλαβαίνεις πως θα γίνη η κρίση του Θεού. Νοιώθεις πως ερμηνεύεται η αθανασία της ψυχής χριστιανικά. Πως θα είναι τα αναστημένα σώματα. Τα παρόντα και τα μέλλοντα εξηγούνται, όχι με διαλογισμούς, αλλά δι’ επιφανείας, φανερώσεως ζωής.

Βρίσκεσαι μπροστά σε μια Θεοφάνεια, σε μια αληθινή ανθρωποφάνεια. Μια άλλη διάσταση εσχατολογική παίρνει η ζωή σου. Και Ανθρώπινη ζεστασιά και ελπίδα γεμίζουν τα έσχατα.

Των παληών Αγίων η παρουσία είναι αισθητή. Και των νέων η χάρη ξεπερνά την ιστορία και μας οδηγεί από σήμερα στην αιωνιότητα. Είτε ζουν είτε πεθαίνουν,. μαρτυρούν τη δύναμης της Αναστάσεως. Φανερώνουν το μεγαλείο του ανθρώπου, το άδυτο φως της Βασιλείας για την οποία πλαστήκαμε. Μας δείχνουν ότι δεν υπάρχει διαφορά παληού και καινούργιου μέσα στην Εκκλησία, το σώμα του αναστημένου Χριστού, που «καινά ποιεί! τα πάντα».

‘Ένας νέος μοναχός έγραφε για ένα παληό Αββά:
«Διαβάζω τον Αββά Ισαάκ το Σύρο. Βρίσκω κάτι αληθινό, ηρωικό, πνευματικό. Κάτι που ξεπερνά το χώρο και το χρόνο. Νοιώθω να είναι μια φωνή που αντήχησε πρώτη φορά μέσα στ’ άγνωστα και κεκλεισμένα έγκατά μου. Αν και τόσο μακρυά χρονικά και τοπικά από μένα, όμως ήλθε μέσα στο σπίτι της ψυχής μου. Σε μια ώρα ήσυχη μου μίλησε. Κάθησε μαζί μου. Αν και τόσα άλλα έχω διαβάσει, αν και τόσοι άλλοι πέρασαν από> κοντά μου (ή ακόμη σήμερα ζουν δίπλα μου), όμως κανείς δεν ήταν τόσο διακριτικός. ‘Όμως σε κανένα δεν άνοιξα τόσο βαθύ» δωμάτιο του σπιτιού μου. ‘Ή να το πω καλύτερα· κανείς δεν μου έδειξε αδελφικά, φιλικά ότι μέσα μου -μέσα στην ανθρώπινη, φύση- υπήρχε και τούτη η πόρτα. Η πόρτα που ανοίγει σε χώρο ανοιχτό, απέραντο. Και κανείς δεν μου είπε το ανέκφραστο και ανυποψίαστο, ότι ο κόσμος όλος αυτός ανήκει στον άνθρωπο.

Πρώτη φορά νοιώθω μια άγια υπερηφάνεια, ένα θαυμασμό για την ανθρώπινη (ή καλύτερα τη θεανθρώπινη) φύση. Αυτό μου το χάρισε σαν ευλογία θεία η παρουσία ενός Αγίου, ενός κεχωρισμένου από τον κόσμο και τη σύγχυση της αμαρτίας.

Αυτός ανήκει στην ανθρώπινη φύση. Χαίρομαι γι’ αυτό. Απολαμβάνω την ευεργεσία της ευλογίας του. ‘Όντας της αυτής φύσεως μου μεταγγίζει οντολογικά το ζωηφόρο αίμα της Ελευθερίας του. Μου αποκαλύπτει τον αληθινό άνθρωπο. Μου λέει με την παρουσία του, και το νοιώθω, ότι είμαστε μαζί. Δεν είναι κάτι ξένο από τον εαυτό μου. Είναι αυτός ο πιο αληθινός εαυτός μου. Είναι της φύσεως της ανθρώπινης καθαρός ανθός».

Μπορούμε τώρα να τελειώσωμε ενθυμούμενοι τον παρήγορο λόγο του Προφήτη :
«Τάδε λέγει Κύριος. Μακάριος ος έχει εν Σιών σπέρμα και οικείους εν Ιερουσαλήμ» (Ησαΐου ΛΑ, 9).

Και μεις όλοι μπορούμε να πούμε ότι είμαστε μακάριοι γιατί έχομε στη Σιών της ‘Ορθοδοξίας (το Άγιον ‘Όρος) το σπέρμα των αγίων ασκητών. Και στην Άνω Ιερουσαλήμ έχομε τόσους οικείους. Αυτοί ζουν για μας και αποτελούν το φως και την ελπίδα  για την  παρούσα  και τη μέλλουσα ζωή μας.

Πηγή: αρχιμ. Βασιλείου· Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Σταυρονικήτα (σημείωσις δική μας: νυν Προηγουμένου Βασιλείου Ιεράς Μονής Ιβήρων), Περιοδικόν «Ο Όσιος Γρηγόριος», § Η υπέρβαση του θανάτου στην μοναχική ζωή, περίοδος β΄, Τεύχος 1ο, σελ. 18-26ζ, Έκδοσις Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, Άγιον Όρος 1976.

http://www.pemptousia.gr

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...